Η Suno παρουσίασε το v6, το πρώτο της μοντέλο παραγωγής μουσικής που αναπτύχθηκε με τη συνεργασία της δισκογραφικής βιομηχανίας. Σύμφωνα με στέλεχος της εταιρείας, το νέο μοντέλο εκπαιδεύτηκε από την αρχή με εντελώς διαφορετικό σύνολο δεδομένων από εκείνο των προηγούμενων εκδόσεων.
Στα δεδομένα εκπαίδευσης περιλαμβάνεται περιεχόμενο που παραχωρήθηκε με άδεια από τη Warner Music Group, την BMG και την Believe, καθώς και δεδομένα χρηστών. Παραμένει ωστόσο ασαφές αν το νέο μοντέλο είναι πλήρως απαλλαγμένο από υλικό αμφίβολης προέλευσης – ερώτημα με ιδιαίτερη βαρύτητα, δεδομένης της δικαστικής απόφασης που είχε εκδοθεί εις βάρος της εταιρείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Τρία μοντέλα αντί για ένα

Η σημαντικότερη δομική αλλαγή είναι ο διαχωρισμός σε τρεις εκδοχές: v6, v6-wild και v6-mini.
Η έκδοση mini διατίθεται δωρεάν σε όλους τους χρήστες και εστιάζει στη γρήγορη δημιουργία με χαμηλή κατανάλωση πόρων. Τα αποτελέσματα είναι σαφώς απλούστερα και συχνά περιέχουν σφάλματα που προδίδουν την προέλευσή τους.
Η έκδοση wild υποτίθεται ότι παράγει πιο απρόβλεπτα αποτελέσματα, σχεδιασμένη σύμφωνα με την εταιρεία για ευτυχή ατυχήματα και φυσικές ατέλειες. Σε δοκιμές πάντως, η διαφορά της από την κανονική έκδοση αποδείχθηκε δύσκολα αντιληπτή.
Η βελτίωση που είναι πραγματική

Και οι τρεις εκδοχές αποδίδουν εντυπωσιακά καλύτερα στην κατανόηση μουσικών ειδών. Οδηγίες που στα παλαιότερα μοντέλα αποτύγχαναν παταγωδώς – όπως αιτήματα για hyperpop ή krautrock – αποδίδονται πλέον με ακρίβεια, τουλάχιστον ως προς τα επιφανειακά χαρακτηριστικά κάθε είδους.
Πρόκειται για ουσιαστική πρόοδο, καθώς η αναγνώριση του μουσικού ύφους αποτελούσε από τις μεγαλύτερες αδυναμίες των προηγούμενων γενεών.
Αυτό που εξακολουθεί να μην μπορεί
Εδώ βρίσκεται ωστόσο το πιο ενδιαφέρον εύρημα. Παρά τη διαφημιζόμενη έμφαση στις φυσικές ατέλειες, το μοντέλο αποτυγχάνει συστηματικά να τις παραγάγει.
Όπως και στην προηγούμενη έκδοση, κάθε προσπάθεια για παραφωνία, ξεκούρδισμα ή ελαφρώς παράφωνο αποτέλεσμα απέτυχε. Η αδυναμία αυτή δεν είναι δευτερεύουσα λεπτομέρεια – αγγίζει το κεντρικό πρόβλημα της μηχανικά παραγόμενης μουσικής.
Γιατί έχει σημασία η ατέλεια
Η δυσκολία αυτή έχει τεχνική εξήγηση. Τα μοντέλα εκπαιδεύονται να παράγουν το πιο πιθανό επόμενο αποτέλεσμα, κινούμενα δηλαδή προς τον μέσο όρο. Η ατέλεια, αντίθετα, είναι εξ ορισμού απόκλιση από αυτόν.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται και ο λόγος για τον οποίο η μουσική αυτού του τύπου αναγνωρίζεται συχνά από το έμπειρο αυτί. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ακούγεται κακή, αλλά ότι ακούγεται υπερβολικά σωστή – χωρίς τις μικρές αποκλίσεις στον χρόνο, στον τονισμό και στην ένταση που κάνουν μια ανθρώπινη ερμηνεία να ζωντανεύει.
Τι σημαίνει η συνεργασία με τη βιομηχανία
Η ουσιαστικότερη είδηση δεν είναι πάντως τεχνική αλλά επιχειρηματική. Η συνεργασία με μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες σηματοδοτεί μετάβαση από τη λογική της σύγκρουσης σε εκείνη της αδειοδότησης.
Για την Ελλάδα, όπου το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων στη μουσική διαχειρίζονται οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης, η εξέλιξη αυτή έχει έμμεσο αλλά υπαρκτό ενδιαφέρον. Αν το μοντέλο αδειοδοτημένης εκπαίδευσης επικρατήσει, θα δημιουργηθεί σταδιακά πλαίσιο μέσα στο οποίο και οι Έλληνες δημιουργοί θα μπορούν να διεκδικήσουν αμοιβή για τη χρήση του έργου τους – κάτι που σήμερα παραμένει ουσιαστικά αδύνατο.

