Το όραμα του Mark Zuckerberg για το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης δεν φαίνεται να πείθει – και οι λόγοι έχουν λιγότερο να κάνουν με το ίδιο το περιεχόμενο και περισσότερο με το ποιος το διατυπώνει. Το κείμενο του Zuckerberg, έκτασης 6.500 λέξεων με τίτλο «The Future is for Everyone», σκιαγραφεί μια αισιόδοξη εικόνα ενός μέλλοντος όπου «όλοι θα διαθέτουν έναν εξαιρετικά ικανό προσωπικό βοηθό που κατανοεί εσάς, τους στόχους σας και όλα όσα σας ενδιαφέρουν».
Η ερμηνεία που κερδίζει έδαφος είναι ότι πρόκειται για προσπάθεια της Meta να κερδίσει με διαφορετικό τρόπο. Η εταιρεία δεν πρωταγωνιστεί στον χώρο των κλειστών frontier μοντέλων ούτε, απαραίτητα, στον ανοιχτό χώρο.
Στο πεδίο, ωστόσο, της προσωπικής ενδυνάμωσης – εκεί ακριβώς που εστιάζει το κείμενο – ο Zuckerberg επιχειρεί να επικρατήσει. Στόχος του είναι να προσφέρει τα μοντέλα που οι άνθρωποι θα χρησιμοποιούν για τη δική τους προσωπική τεχνητή νοημοσύνη, στις δικές τους συσκευές.
Το ζήτημα του hardware
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι το τελικό form factor παραμένει ασαφές. Σε αντίστοιχο κείμενο της περασμένης χρονιάς, η υπόσχεση ήταν ότι μεγάλο μέρος αυτής της τεχνητής νοημοσύνης θα κατέληγε στα γυαλιά και στα wearables.

Πλέον, η επιλογή φαίνεται να αφήνεται στον ίδιο τον χρήστη. Η ιδέα είναι ότι κάποιος θα χρησιμοποιεί το νέο μοντέλο Glimmer για τη διαχείριση του προγράμματός του, τη σύνταξη μηνυμάτων και την οργάνωση αρχείων – πάντα ενεργό, ικανό να λειτουργεί οποτεδήποτε και οπουδήποτε, με ή χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο.
Παράλληλα, το Muse Spark παραμένει, διατηρώντας για τη Meta κάποιο επίπεδο ελέγχου στα ικανότερα μοντέλα της και προσφέροντας διέξοδο εσόδων για όσους θέλουν να κλιμακώσουν την υπολογιστική τους ισχύ.
Το πρόβλημα της αξιοπιστίας
Εδώ, ωστόσο, βρίσκεται και το βασικότερο εμπόδιο. Η Meta έχει πραγματοποιήσει τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη – από τα ποσά που προσφέρθηκαν σε επιστήμονες του χώρου μέχρι τις υποδομές. Όταν, όμως, γίνεται λόγος για τα κορυφαία εργαστήρια του κλάδου, το όνομά της σπάνια αναφέρεται.

Το ίδιο ισχύει και στο επίπεδο των καταναλωτικών chatbots. Οι χρήστες αλληλεπιδρούν αναμφισβήτητα με εργαλεία της Meta AI μέσα στο Instagram και στο Facebook, η εταιρεία όμως δεν είναι εκείνη που έρχεται στο μυαλό όταν κάποιος σκέφτεται να χρησιμοποιήσει έναν προσωπικό βοηθό.
Το κείμενο μοιάζει, επομένως, με προσπάθεια επανατοποθέτησης σε έναν χώρο όπου η εταιρεία δεν έχει υπάρξει ιδιαίτερα επιτυχημένη.
Το βάρος του παρελθόντος
Η πιο δριμεία κριτική αφορά, ωστόσο, τον ίδιο τον αποστολέα του μηνύματος. Στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, ο Zuckerberg υποστήριζε ότι ήθελε να διασφαλίσει πως όλοι θα έχουν έναν δίαυλο επικοινωνίας με τους φίλους τους και ένα κοινωνικό δίκτυο.
Το αποτέλεσμα, όπως επισημαίνεται, ήταν διαφορετικό: ragebaiting και διαφημίσεις, αντί για ουσιαστική σύνδεση. Το προηγούμενο αυτό βαραίνει κάθε νέα υπόσχεση περί ενδυνάμωσης του ατόμου.
Ο τόνος που δεν έπεισε
Η γενικότερη αίσθηση είναι ότι το κείμενο δεν βρήκε τον σωστό τόνο. Παρουσιάζει την τεχνητή νοημοσύνη ως ένα σπουδαίο εργαλείο για την ανθρωπότητα, χωρίς να αναγνωρίζει τα σοβαρά κόστη που θα συνοδεύσουν αυτή τη μετάβαση.
Η απουσία αυτής της ρεαλιστικής διάστασης εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η αρνητική αντίδραση υπήρξε τόσο ευρεία.
Η αντίθεση με τα άλλewς εταιρείες
Ενδιαφέρουσα είναι και η τοποθέτηση του Zuckerberg απέναντι στον υπόλοιπο κλάδο. Ενώ στα frontier labs κυριαρχεί ο λόγος περί επιβράδυνσης της ανάπτυξης και εστίασης στην ασφάλεια – ιδίως έπειτα από τα πρόσφατα περιστατικά κυβερνοασφάλειας – ο επικεφαλής της Meta υποστηρίζει το ακριβώς αντίθετο.
Η θέση του είναι ότι δεν υπάρχει περιθώριο επιβράδυνσης, ότι η Δύση δεν μπορεί να παραχωρήσει έδαφος στην Κίνα και ότι κάθε καθυστέρηση βλάπτει τελικά το άτομο που θα μπορούσε να ενδυναμωθεί από την τεχνολογία.
Η αντίφαση της προσβασιμότητας
Υπάρχει, τέλος, και μια πρακτική αντίφαση. Ένα κείμενο με τίτλο «Το μέλλον είναι για όλους» παρουσιάζει ένα μοντέλο που δεν μπορεί να τρέξει στον υπολογιστή του μέσου χρήστη, καθώς απαιτεί συγκεκριμένο, εξειδικευμένο hardware.
Η αντίφαση αυτή συμπυκνώνει, ίσως, ολόκληρο το πρόβλημα. Το αφηρημένο μέρος του οράματος – η υπόσχεση για απελευθέρωση δημιουργικότητας και εφευρετικότητας – δεν πείθει όσους είναι ήδη επιφυλακτικοί απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη. Και το πιο συγκεκριμένο μέρος, με τους προσωπικούς βοηθούς και coaches, περιλαμβάνει μεν στοιχεία που ελκύουν, αλλά και πολλά που αφήνουν αδιάφορο το κοινό.

