Οι τιμές Apple έχουν ήδη αυξηθεί σε αρκετές κατηγορίες προϊόντων μέσα στο 2026 και μια νέα συμφωνία για τις μνήμες που χρησιμοποιούνται σε iPhone, iPad και Mac δείχνει ότι η πίεση στο κόστος μπορεί να συνεχιστεί και μέσα στο 2027.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Apple φέρεται να έχει αποδεχθεί τις νέες τιμές της Samsung για DRAM και NAND που θα ισχύσουν από το πρώτο τρίμηνο του 2027.
Η DRAM, δηλαδή η μνήμη που χρησιμοποιείται ως RAM στις συσκευές, φέρεται να πλησιάζει τα 2 δολάρια ανά gigabit, ενώ η NAND flash, που χρησιμοποιείται για αποθήκευση, περίπου τα 0,33 δολάρια ανά gigabit.
Σε σχέση με το τρίτο τρίμηνο του 2026, πρόκειται για αύξηση περίπου 30%-40%.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα iPhone θα γίνει 40% ακριβότερο. Δείχνει όμως ότι δύο από τα σημαντικότερα εξαρτήματα των συσκευών Apple θα συνεχίσουν να κοστίζουν περισσότερο.

Η μνήμη γίνεται πολύ ακριβότερη
DRAM και NAND βρίσκονται σχεδόν σε κάθε βασικό προϊόν της Apple.
Η πρώτη χρησιμοποιείται ως working memory για το λειτουργικό σύστημα, τις εφαρμογές και τα AI workloads, ενώ η δεύτερη αποθηκεύει εφαρμογές, φωτογραφίες, αρχεία και το ίδιο το λειτουργικό σύστημα.
Άρα η αύξηση της τιμής τους επηρεάζει άμεσα iPhone, iPad και Mac.
Η Apple μπορεί φυσικά να απορροφήσει μέρος του επιπλέον κόστους μέσα από τα περιθώρια κέρδους της ή να το αντισταθμίσει από φθηνότερα εξαρτήματα σε άλλες περιοχές.
Όμως το 2026 έδειξε ήδη ότι υπάρχει ένα όριο στο πόσο μπορεί να το κάνει.

Οι αυξήσεις έχουν ήδη ξεκινήσει
Μέσα στο καλοκαίρι η Apple αύξησε τις τιμές σε ολόκληρη τη σειρά Mac και iPad, αλλά και σε Apple TV, HomePod, HomePod mini και Vision Pro.
Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, το MacBook Air ανέβηκε από 1.099 στα 1.299 δολάρια, ενώ το MacBook Pro από 1.699 στα 1.999 δολάρια.
Το iPad Air αυξήθηκε από 599 σε 749 δολάρια και το iPad Pro από 999 σε 1.199 δολάρια.
Η τάση συνεχίστηκε και με τα νέα iPhone 18 Pro, των οποίων η αρχική τιμή στις ΗΠΑ ανέβηκε κατά 100 δολάρια, στα 1.199 δολάρια.
Επομένως, οι τιμές Apple έχουν ήδη αρχίσει να αντικατοπτρίζουν το ακριβότερο hardware.

Η AI αλλάζει την αγορά μνήμης
Ο βασικός λόγος πίσω από αυτή την κατάσταση δεν είναι κάποια ξαφνική αύξηση στη ζήτηση smartphones.
Είναι τα AI data centers.
Η τεράστια ανάπτυξη υποδομών για generative AI απαιτεί τεράστιες ποσότητες DRAM, NAND και κυρίως high-bandwidth memory.
Οι μεγαλύτεροι κατασκευαστές μνήμης στρέφουν όλο και μεγαλύτερο μέρος της παραγωγικής τους ικανότητας προς servers και AI accelerators, όπου τα περιθώρια κέρδους είναι υψηλότερα.
Αυτό περιορίζει την προσφορά που απομένει για smartphones, laptops και άλλες consumer συσκευές.
Η κατάσταση έχει γίνει τόσο έντονη ώστε ο πρώην CEO της Apple Tim Cook είχε χαρακτηρίσει την έκρηξη στις τιμές της μνήμης σαν μια «πλημμύρα που εμφανίζεται μία φορά στα 100 χρόνια».
Η Apple βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή: να πληρώνει περισσότερο στους προμηθευτές της ή να μεταφέρει μέρος του κόστους στους καταναλωτές.

Τι σημαίνει για το 2027
Η νέα συμφωνία με τη Samsung δεν σημαίνει ότι η Apple έχει ήδη αποφασίσει νέες αυξήσεις.
Είναι πιθανό μέρος του υψηλότερου κόστους του 2027 να έχει ήδη υπολογιστεί στις αυξήσεις που έγιναν μέσα στο 2026.
Υπάρχει όμως και το αντίθετο σενάριο.
Αν οι τιμές DRAM και NAND παραμείνουν υψηλές ή συνεχίσουν να ανεβαίνουν, η Apple θα έχει μικρότερο περιθώριο να απορροφήσει το κόστος χωρίς νέα παρέμβαση στις τιμές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα έχουν και οι επιλογές χωρητικότητας.
Αν τα 512GB ή 1TB NAND γίνουν σημαντικά ακριβότερα, η Apple θα μπορούσε να αυξήσει περισσότερο τις τιμές των εκδόσεων με υψηλό storage ή να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο τιμολογεί τα upgrades.

Δεν είναι μόνο πρόβλημα της Apple
Η κρίση στις μνήμες αφορά ολόκληρη τη βιομηχανία.
Samsung, Microsoft, Dell, HP, Lenovo και άλλοι κατασκευαστές αντιμετωπίζουν την ίδια πίεση, καθώς η ζήτηση από AI infrastructure ανταγωνίζεται πλέον άμεσα την αγορά consumer electronics για τα ίδια βασικά εξαρτήματα.
Αυτό κάνει τις τιμές Apple μέρος ενός ευρύτερου προβλήματος.
Το πραγματικό ερώτημα για το 2027 δεν είναι λοιπόν αν η RAM και το storage θα κοστίζουν περισσότερο στην Apple – οι τελευταίες πληροφορίες δείχνουν ότι αυτό ήδη συμβαίνει.
Το ερώτημα είναι πόσο από αυτό το επιπλέον κόστος θα καταλήξει τελικά στην τιμή που θα πληρώνει ο καταναλωτής.

