Το ζήτημα της παρακολούθησης από τις smart τηλεοράσεις δεν αφορά μία εταιρεία όπως η LG αλλά ολόκληρο τον κλάδο. Μετά το εκτενές βίντεο που κατήγγειλε πρακτικές της LG και ότι ακούει τους ιδιοκτήτες της ακόμη και όταν είναι σε λειτουργία stand by, η συζήτηση επικεντρώθηκε σε έναν κατασκευαστή – στην πραγματικότητα όμως κάθε σύγχρονη τηλεόραση καταγράφει τι παρακολουθεί ο χρήστης, συλλέγει τα δεδομένα και τα μοιράζεται με συνεργάτες.
Και το κάνει με τη συγκατάθεσή μας, ακόμη κι αν ελάχιστοι το αντιλαμβάνονται. Η συναίνεση δίνεται κατά την αρχική ρύθμιση της συσκευής, μέσα σε οθόνες όρων που ο μέσος χρήστης αποδέχεται χωρίς να διαβάσει. Εδώ να τονίσουμε ότι η LG διέψευσε τις σχετικές αναφορές για τις παρακολοθήσεις και την συλλογή στοιχείων.
Γιατί οι τηλεοράσεις έγιναν φθηνές

Εδώ βρίσκεται η εξήγηση που δίνει νόημα σε όλα τα υπόλοιπα. Οι τιμές των τηλεοράσεων έχουν υποχωρήσει δραματικά τα τελευταία χρόνια, σε σημείο ορισμένες εταιρείες να τις πωλούν με ζημιά.
Η διαφορά καλύπτεται από την πώληση δεδομένων συμπεριφοράς που συλλέγονται μέσω του λειτουργικού συστήματος. Η συσκευή δηλαδή δεν αποτελεί πλέον το προϊόν αλλά το κανάλι – και ο αγοραστής της είναι ταυτόχρονα το εμπόρευμα.
Το πιο εύγλωττο στοιχείο αυτής της μετατόπισης είναι η εξαγορά της Vizio από τη Walmart το 2024. Μια αλυσίδα λιανικής δεν αγοράζει κατασκευαστή τηλεοράσεων για τις οθόνες του.
Πώς λειτουργεί η αναγνώριση περιεχομένου

Ο μηχανισμός ονομάζεται αυτόματη αναγνώριση περιεχομένου και είναι ενσωματωμένος ουσιαστικά σε κάθε σύγχρονη συσκευή.
Η λειτουργία του είναι απλή στη σύλληψή της. Η τηλεόραση λαμβάνει αποσπάσματα ήχου ή εικόνας, τα μετατρέπει σε ψηφιακά αποτυπώματα και τα αποστέλλει σε βάση δεδομένων για ταυτοποίηση. Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζει τι παίζει – όχι μόνο μέσα από τις ενσωματωμένες εφαρμογές streaming αλλά και από όσα συνδέονται μέσω των θυρών HDMI.
Η τελευταία λεπτομέρεια έχει σημασία και συνήθως παραβλέπεται. Ακόμη κι αν ο χρήστης δεν αξιοποιεί καθόλου τις εφαρμογές της τηλεόρασης και συνδέει αποκλειστικά εξωτερική συσκευή αναπαραγωγής, η καταγραφή συνεχίζεται.
Τι καταγράφεται πραγματικά

Το σύστημα δεν περιορίζεται στο τι βλέπει κανείς. Καταγράφει επίσης πότε, πού και με ποιον τρόπο – δεδομένα που συνδυαζόμενα συνθέτουν λεπτομερές προφίλ των συνηθειών ενός νοικοκυριού.
Η αξία αυτού του προφίλ για τη διαφημιστική βιομηχανία είναι προφανής. Η γνώση ότι ένα νοικοκυριό παρακολουθεί συγκεκριμένο είδος περιεχομένου σε συγκεκριμένες ώρες επιτρέπει στόχευση σαφώς ακριβέστερη από ό,τι προσφέρει η παραδοσιακή τηλεοπτική μέτρηση.
Τι μπορεί να κάνει ο χρήστης

Η καλή είδηση είναι ότι η λειτουργία απενεργοποιείται – αν και σχεδόν ποτέ από την αρχική οθόνη ρύθμισης. Η διαδρομή διαφέρει ανά κατασκευαστή, βρίσκεται ωστόσο πάντα στις ρυθμίσεις απορρήτου ή στην ενότητα που αφορά τη χρήση δεδομένων.
Η ονομασία ποικίλλει και δεν είναι πάντα διαφωτιστική. Ενδέχεται να εμφανίζεται ως βελτίωση εμπειρίας, εξατομικευμένες προτάσεις ή αναγνώριση περιεχομένου. Η ριζικότερη λύση παραμένει η μη σύνδεση της τηλεόρασης στο δίκτυο, με τη χρήση εξωτερικής συσκευής αναπαραγωγής – λύση που ωστόσο μεταφέρει απλώς τη συλλογή δεδομένων σε άλλον πάροχο.
Τι ισχύει στο ευρωπαϊκό πλαίσιο
Εδώ η ελληνική και ευρωπαϊκή πραγματικότητα διαφέρει ουσιαστικά από την αμερικανική. Ο GDPR απαιτεί ρητή, ενημερωμένη και ελεύθερη συγκατάθεση για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, ενώ η οδηγία για την ιδιωτικότητα στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες καλύπτει την πρόσβαση σε πληροφορίες που αποθηκεύονται σε συσκευή του χρήστη.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι η συγκατάθεση δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη ούτε να αποτελεί προϋπόθεση για τη λειτουργία της συσκευής. Ο χρήστης διατηρεί επίσης δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα που τον αφορούν και δικαίωμα διαγραφής τους.
Το ερώτημα που παραμένει είναι αν οι μηχανισμοί συγκατάθεσης που εφαρμόζονται στην πράξη – θαμμένοι σε μενού αρχικής ρύθμισης, με ασαφείς ονομασίες – πληρούν πράγματι τις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού πλαισίου. Η απάντηση θα δοθεί πιθανότατα από τις εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων, εφόσον το ζήτημα φτάσει μπροστά τους.

