Οι τιμές τηλεοράσεων μπορεί να είναι το επόμενο θύμα της τεράστιας ζήτησης που δημιουργεί η τεχνητή νοημοσύνη για μνήμες και semiconductors. Για πρώτη φορά, σε ορισμένες οικονομικές τηλεοράσεις, το ηλεκτρονικό hardware που βρίσκεται πίσω από την οθόνη μπορεί να κοστίζει περισσότερο από το ίδιο το LCD panel, ανατρέποντας μια ισορροπία που ίσχυε για χρόνια στην αγορά.
Τα στοιχεία της Omdia δείχνουν ότι η εκρηκτική αύξηση του κόστους για DRAM, NAND και άλλα chips πιέζει πλέον έντονα τους κατασκευαστές τηλεοράσεων. Το φαινόμενο γίνεται περισσότερο αισθητό στα φθηνότερα μοντέλα 32 ιντσών και στις Full HD τηλεοράσεις περίπου 40-43 ιντσών, όπου κάθε επιπλέον δολάριο στο κόστος κατασκευής έχει πολύ μεγαλύτερη επίπτωση στο περιθώριο κέρδους.
Η πλακέτα γίνεται σχεδόν τόσο ακριβή όσο η οθόνη
Παραδοσιακά, το panel ήταν μακράν ένα από τα ακριβότερα εξαρτήματα μιας τηλεόρασης. Η κατάσταση όμως αλλάζει γρήγορα.
Σε μια 55 ιντσών UHD LCD TV, η mainboard που περιλαμβάνει processor, DRAM, NAND flash και Wi-Fi έφτασε στο τρίτο τρίμηνο του 2026 περίπου τα 118,20 δολάρια, από μόλις 33,90 δολάρια έναν χρόνο νωρίτερα.

Για σύγκριση, η φθηνότερη 55άρα 4K LCD panel αναφέρεται περίπου στα 116 δολάρια, ενώ η μέση τιμή βρίσκεται κοντά στα 123 δολάρια. Αυτό σημαίνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η πλακέτα μιας τηλεόρασης κοστίζει πλέον όσο – ή ακόμη περισσότερο από – την ίδια την οθόνη.
Η αλλαγή είναι ακόμη πιο έντονη στα φθηνότερα μοντέλα. Η Omdia υπολόγιζε ήδη από το δεύτερο τρίμηνο του 2026 ότι η mainboard αντιπροσώπευε το 37% του συνολικού BOM μιας 32άρας HD Smart TV, από μόλις 13% έναν χρόνο νωρίτερα. Σε μια 55άρα UHD Google TV το ποσοστό είχε ανέβει από 12% σε 31%.
DRAM και NAND έχουν εκτοξευθεί
Ο βασικός λόγος είναι η μνήμη. Η τιμή βασικής DRAM έφτασε τον Αύγουστο περίπου τα 25 δολάρια, δηλαδή 4,4 φορές υψηλότερα από έναν χρόνο πριν. Η NAND flash ανέβηκε περίπου στα 30,50 δολάρια, σχεδόν εννέα φορές πάνω σε ετήσια βάση.
Η άνοδος δεν συνδέεται μόνο με τις τηλεοράσεις. Τα AI data centers καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες μνήμης, ιδιαίτερα HBM και server-class DRAM, αναγκάζοντας τους κατασκευαστές semiconductors να μεταφέρουν παραγωγική δυναμικότητα προς προϊόντα με υψηλότερα περιθώρια κέρδους.

Αυτό περιορίζει τη διαθέσιμη προσφορά για consumer electronics, από smartphones και PCs μέχρι smart TVs.
Η TrendForce είχε ήδη προειδοποιήσει από τις αρχές του 2026 ότι η ζήτηση για HBM και server memory συμπιέζει την παραγωγή μνήμης για τηλεοράσεις, με τις τιμές συγκεκριμένων DDR4 modules που χρησιμοποιούνται σε 4K TVs να έχουν υπερτετραπλασιαστεί μέσα σε έναν χρόνο.
Γιατί κινδυνεύουν περισσότερο οι φθηνές τηλεοράσεις
Οι τιμές τηλεοράσεων δεν πρόκειται απαραίτητα να αυξηθούν το ίδιο σε όλες τις κατηγορίες.
Ένα premium OLED μοντέλο των 1.500 ή 2.000 ευρώ έχει μεγαλύτερα περιθώρια ώστε ένας κατασκευαστής να απορροφήσει μέρος μιας αύξησης 20 ή 30 δολαρίων στα ηλεκτρονικά.
Σε μια τηλεόραση των 150 ή 200 ευρώ, όμως, το ίδιο επιπλέον κόστος μπορεί να εξαφανίσει σχεδόν ολόκληρο το περιθώριο κέρδους.
Για αυτό και οι οικονομικές LCD τηλεοράσεις βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της πίεσης. Οι κατασκευαστές έχουν ουσιαστικά τρεις επιλογές: να ανεβάσουν τις τιμές, να απορροφήσουν το κόστος ή να μειώσουν τις προδιαγραφές.
Η Omdia αναφέρει ότι ήδη μέσα στο 2026 αρκετά brands διαπραγματεύονταν υψηλότερες τιμές με retailers, καθώς το συνολικό κόστος κατασκευής τηλεοράσεων είχε αυξηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις κατά 30%-50%.
Ακριβότερες TVs ή χειρότερο hardware
Εδώ βρίσκεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον καταναλωτή. Αν οι κατασκευαστές δεν μπορούν να μεταφέρουν ολόκληρη την αύξηση στις τιμές τηλεοράσεων, είναι πιθανό να αρχίσουν να μειώνουν τη μνήμη, το storage ή την ποιότητα των processors στα οικονομικότερα μοντέλα.

Αυτό μπορεί να σημαίνει πιο αργά smart TV menus, λιγότερο διαθέσιμο χώρο για εφαρμογές, μικρότερη διάρκεια software support ή περισσότερο περιορισμένο connectivity hardware.
Είναι ουσιαστικά το ίδιο φαινόμενο που έχει αρχίσει να εμφανίζεται στα smartphones: τα εξαρτήματα ακριβαίνουν και οι κατασκευαστές καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σε υψηλότερη λιανική τιμή και χαμηλότερες προδιαγραφές. Και η πίεση δεν φαίνεται προσωρινή.
Οι προβλέψεις της αγοράς δείχνουν ότι η στενότητα στην προσφορά μνήμης μπορεί να συνεχιστεί μέσα στο 2027 και πιθανότατα ακόμη περισσότερο, όσο οι επενδύσεις σε AI infrastructure παραμένουν σε τόσο υψηλά επίπεδα.
Η τεχνητή νοημοσύνη, λοιπόν, δεν αυξάνει μόνο το κόστος των GPUs και των data centers. Αρχίζει να επηρεάζει προϊόντα που φαινομενικά δεν έχουν καμία σχέση με AI – και οι τιμές τηλεοράσεων μπορεί να είναι ένα από τα επόμενα σημεία όπου οι καταναλωτές θα δουν αυτή την επίδραση απευθείας στο ταμείο.
