Η CISA, η ομοσπονδιακή υπηρεσία κυβερνοασφάλειας που έχει αναλάβει την προστασία των αμερικανικών εκλογικών συστημάτων, βρίσκεται στο επίκεντρο σοβαρών καταγγελιών για πολιτικές παρεμβάσεις από την κυβέρνηση του Ντόναλτ Τράμπ.
Σύμφωνα με νέα δημοσιογραφική έρευνα του ProPublica που δημοσιεύθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2026, πολιτικά διορισμένα στελέχη του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS) ζήτησαν από την υπηρεσία να αποκτήσει μυστικά μια ηλεκτρονική μηχανή ψηφοφορίας, να επιχειρήσει να παραβιάσει την ασφάλειά της και να παραδώσει τα ευρήματα στον Λευκό Οίκο, χωρίς να ενημερωθεί η κατασκευάστρια εταιρεία.
Η αποκάλυψη έρχεται μόλις δύο εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, σε μια περίοδο κατά την οποία η CISA έχει χάσει περίπου το ένα τρίτο του προσωπικού της και αρκετές πολιτειακές αρχές εκφράζουν ανησυχίες για την αποτελεσματικότητα της ομοσπονδιακής προστασίας. Το σημαντικότερο στοιχείο της υπόθεσης δεν είναι μόνο το ασυνήθιστο αίτημα προς τους ειδικούς κυβερνοασφάλειας, το οποίο τελικά δεν υλοποιήθηκε, αλλά η επιδείνωση της συνεργασίας ανάμεσα στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τις πολιτείες που οργανώνουν τις εκλογές.
Το μυστικό αίτημα για παραβίαση εκλογικής μηχανής
Σύμφωνα με την έρευνα της ProPublica, το περιστατικό σημειώθηκε λίγους μήνες μετά την επιστροφή του Donald Trump στον Λευκό Οίκο, το 2025.
Δύο πρώην κυβερνητικοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι πολιτικά διορισμένα στελέχη του DHS ζήτησαν από τη CISA να αποκτήσει μια μηχανή ψηφοφορίας και να πραγματοποιήσει τεχνικές δοκιμές παραβίασης της ασφάλειάς της.
Οι έλεγχοι ευπαθειών αποτελούν συνηθισμένη πρακτική στην κυβερνοασφάλεια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, οι υπάλληλοι φέρονται να έλαβαν οδηγίες να μην ενημερώσουν τον κατασκευαστή για τυχόν προβλήματα που θα ανακάλυπταν.
Αυτή η απαίτηση προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς ερχόταν σε αντίθεση με τη διαδικασία υπεύθυνης γνωστοποίησης ευπαθειών που ακολουθούσε η υπηρεσία.
Ένας πρώην αξιωματούχος εξέφρασε τον φόβο ότι τα ευρήματα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μελλοντικά για την αμφισβήτηση εκλογικών αποτελεσμάτων.
Πρόκειται, ωστόσο, για εκτίμηση του συγκεκριμένου προσώπου και όχι για αποδεδειγμένο σχέδιο εκλογικής παρέμβασης.
Οι υπάλληλοι της CISA απάντησαν ότι δεν μπορούσαν να πραγματοποιήσουν την επιχείρηση, μεταξύ άλλων επειδή είχαν ήδη αποχωρήσει ειδικοί με τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις. Το αίτημα τελικά εγκαταλείφθηκε.
Περισσότεροι από 1.000 εργαζόμενοι εκτός CISA
Η υπόθεση αναδεικνύει τις συνέπειες των εκτεταμένων περικοπών που πραγματοποιήθηκαν στην CISA μετά την ανάληψη της δεύτερης προεδρικής θητείας του Τράμπ.
Περισσότεροι από 1.000 εργαζόμενοι έχουν απολυθεί ή αποχωρήσει, μειώνοντας το προσωπικό της υπηρεσίας κατά περίπου 33%.
Οι αλλαγές συνδέθηκαν με την πρωτοβουλία Department of Government Efficiency (DOGE), που είχε αναλάβει ο Elon Musk, και επηρέασαν ειδικά τμήματα τα οποία συνεργάζονταν με πολιτειακές εκλογικές αρχές.
Η κατάσταση ενδέχεται να επιδεινωθεί περαιτέρω, καθώς η πρόταση προϋπολογισμού για το 2027 προβλέπει πρόσθετη μείωση χρηματοδότησης κατά 700 εκατ. δολάρια.
Εφόσον εγκριθεί, η περικοπή θα μπορούσε να οδηγήσει στην απώλεια περίπου 900 ακόμη θέσεων εργασίας.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στο ανθρώπινο δυναμικό. Έχουν περιοριστεί επίσης υπηρεσίες που παρείχαν τεχνική υποστήριξη, πληροφορίες για κυβερνοαπειλές και συστήματα παρακολούθησης ύποπτης δραστηριότητας στα εκλογικά δίκτυα.
Γιατί η ασφάλεια των εκλογών εξαρτάται από τη συνεργασία
Η CISA δημιουργήθηκε το 2018, κατά την πρώτη προεδρία Τράμπ, και ανέπτυξε σταδιακά ένα εκτεταμένο δίκτυο συνεργασίας με τις αμερικανικές πολιτείες.
Η αποστολή της περιλαμβάνει ελέγχους κυβερνοασφάλειας, δοκιμές διείσδυσης, αξιολόγηση ευπαθειών και ανταλλαγή πληροφοριών για απειλές από οργανωμένες ομάδες hackers ή ξένες κρατικές υπηρεσίες.
Το σύστημα αυτό βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εμπιστοσύνη.
Οι πολιτειακές αρχές και οι κατασκευαστές εκλογικού εξοπλισμού μοιράζονται με τη CISA ευαίσθητες τεχνικές πληροφορίες, γνωρίζοντας ότι η δημοσιοποίησή τους θα μπορούσε να διευκολύνει πραγματικές επιθέσεις.
Σύμφωνα με την έρευνα, αυτή η σχέση έχει επιδεινωθεί σημαντικά.
Κυβερνητικές ενέργειες που οδήγησαν στη δημοσιοποίηση προηγουμένως εμπιστευτικών στοιχείων από τις εκλογές του 2020 προκάλεσαν αντιδράσεις αξιωματούχων, οι οποίοι θεωρούν ότι παραβιάστηκαν οι όροι εμπιστευτικότητας.
Ορισμένες πολιτείες εμφανίζονται πλέον απρόθυμες να διαβιβάζουν ευαίσθητες πληροφορίες στην ομοσπονδιακή υπηρεσία.
Οι πολιτείες αναλαμβάνουν μόνες τους την προστασία
Η περιορισμένη παρουσία της CISA έχει αναγκάσει αρκετές πολιτείες να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις.
Τοπικές εκλογικές αρχές χρηματοδοτούν πλέον μόνες τους συστήματα ανίχνευσης κυβερνοεπιθέσεων και συνεργάζονται με ιδιωτικές εταιρείες κυβερνοασφάλειας.
Ωστόσο, η πρόσβαση σε πληροφορίες για επιχειρήσεις ξένων κρατικών υπηρεσιών αποτελεί δυνατότητα που δύσκολα μπορεί να αντικατασταθεί από τοπικές υποδομές.
Ο Adrian Fontes, αρμόδιος για τις εκλογές στην Αριζόνα, υποστήριξε ότι οι πολιτείες έχουν ουσιαστικά αφεθεί να αντιμετωπίσουν μόνες τους τις προκλήσεις ασφαλείας.
Η CISA δημοσίευσε στις 24 Σεπτεμβρίου νέο σχέδιο προστασίας των εκλογικών υποδομών, προσφέροντας εθελοντικές υπηρεσίες ανάλυσης κινδύνων, τεχνικής υποστήριξης και ανταλλαγής πληροφοριών.
Ορισμένοι αξιωματούχοι, ωστόσο, θεωρούν ότι η πρωτοβουλία παρουσιάστηκε πολύ αργά, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της προετοιμασίας είχε ήδη ολοκληρωθεί.
Η απάντηση του Λευκού Οίκου και το διακύβευμα
Ο Λευκός Οίκος απορρίπτει τις επικρίσεις για τη διαχείριση της εκλογικής ασφάλειας.
Η εκπρόσωπός του, Lauren Bis, υποστήριξε ότι ο Τράμπ έχει κάνει περισσότερα από οποιονδήποτε προηγούμενο πρόεδρο για τη διασφάλιση ελεύθερων και δίκαιων εκλογών.
Παράλληλα, αρνήθηκε ότι η δημοσιοποίηση κυβερνητικών εγγράφων παραβίασε συμφωνίες εμπιστευτικότητας, παρουσιάζοντας την ενέργεια ως μέρος της πολιτικής διαφάνειας της κυβέρνησης.
Το DHS και η CISA δεν απάντησαν στα συγκεκριμένα ερωτήματα των δημοσιογράφων για το περιστατικό με τη μηχανή ψηφοφορίας.
Η συζήτηση συνδέεται αναπόφευκτα με τις εκλογές του 2020, όταν η CISA είχε απορρίψει ισχυρισμούς περί εκτεταμένης ηλεκτρονικής αλλοίωσης των αποτελεσμάτων. Ο τότε διευθυντής της, Chris Krebs, απομακρύνθηκε από τον Trump μετά τη δημόσια υπεράσπιση της ασφάλειας της εκλογικής διαδικασίας.
Το σημερινό ζήτημα, πάντως, δεν αφορά μόνο τις πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Η αποτελεσματική προστασία των εκλογών απαιτεί τεχνική εξειδίκευση, αξιόπιστους μηχανισμούς συνεργασίας και έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών για κυβερνοαπειλές.
Οι αποκαλύψεις δεν αποδεικνύουν ότι τα εκλογικά συστήματα έχουν παραβιαστεί ή ότι επίκειται αλλοίωση των αποτελεσμάτων. Αναδεικνύουν όμως σοβαρά ερωτήματα για τη δυνατότητα της CISA να ανταποκριθεί στις αρμοδιότητές της, ιδιαίτερα όταν η συνεργασία με τις πολιτείες έχει αποδυναμωθεί.
Με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν, η προστασία των ψηφιακών υποδομών και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης ανάμεσα στους αρμόδιους φορείς αποτελούν δύο εξίσου σημαντικές προκλήσεις για την αμερικανική εκλογική διαδικασία.
