Tο σύγχρονα αυτοκίνητα συλλέγουν τεράστιες ποσότητες πληροφοριών για τους οδηγούς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τις μοιράζονται ή τις πουλούν σε τρίτους.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήρθε από τη General Motors. Η αμερικανική FTC επέβαλε στην εταιρεία πενταετή απαγόρευση πώλησης δεδομένων πελατών σε consumer reporting agencies και data brokers, μετά την αποκάλυψη ότι η GM συγκέντρωνε πληροφορίες όπως η ταχύτητα οδήγησης, οι νυχτερινές διαδρομές και άλλα driving patterns.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι πολλοί οδηγοί δεν γνώριζαν πόσο εκτεταμένη ήταν αυτή η συλλογή. Σε αρκετές περιπτώσεις, η ενεργοποίηση connected services μέσω OnStar οδηγούσε και στην ενεργοποίηση του Smart Driver, μιας λειτουργίας που κατέγραφε δεδομένα συμπεριφοράς πίσω από το τιμόνι.
Από το αυτοκίνητο στην ασφαλιστική
Τα δεδομένα της GM διαβιβάζονταν σε εταιρείες όπως LexisNexis και Verisk, οι οποίες συνεργάζονται με την ασφαλιστική αγορά. Από αυτά τα στοιχεία μπορούσαν να δημιουργηθούν risk profiles για οδηγούς, με πραγματικές επιπτώσεις.

Ορισμένοι κάτοχοι οχημάτων ανέφεραν ότι είδαν αυξήσεις στα ασφάλιστρα και στη συνέχεια ανακάλυψαν ότι η ασφαλιστική είχε λάβει δεδομένα οδήγησης από τρίτους. Αυτό είναι που κάνει την car data privacy τόσο διαφορετική από ένα απλό θέμα personalized advertising.
Ένα driving profile μπορεί να επηρεάσει οικονομικές αποφάσεις που αφορούν άμεσα τον καταναλωτή, ακόμη και αν ο ίδιος δεν γνώριζε ότι τα στοιχεία του είχαν συγκεντρωθεί και διανεμηθεί.
Δεν είναι μόνο η GM
Η General Motors βρέθηκε στο επίκεντρο, αλλά το πρόβλημα είναι πολύ ευρύτερο.
Έρευνες πάνω στις privacy policies μεγάλων αυτοκινητοβιομηχανιών έχουν δείξει ότι σχεδόν όλοι οι κατασκευαστές συλλέγουν κάποια μορφή driver behavior data. Τα σημερινά αυτοκίνητα διαθέτουν GPS, microphones, cameras, sensors, infotainment systems, smartphone apps και μόνιμη σύνδεση στο internet. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να γνωρίζουν πού κινείται ένα όχημα, πότε χρησιμοποιείται, πόσο γρήγορα οδηγείται, ποιες λειτουργίες ενεργοποιούνται και πώς αλληλεπιδρά ο οδηγός με το σύστημα.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο επειδή ένας χρήστης δεν συμφωνεί συνήθως με μία μόνο privacy policy. Μπορεί να υπάρχουν ξεχωριστοί όροι για το αυτοκίνητο, τα connected services, την εφαρμογή στο smartphone και ακόμη και τις χρηματοδοτικές υπηρεσίες μέσω των οποίων αγοράστηκε το όχημα.
Πιο δύσκολο από ένα smartphone

Στα smartphones, τουλάχιστον υπάρχει μια σχετικά καθιερωμένη λογική privacy controls. Ο χρήστης μπορεί να μεταβεί στις ρυθμίσεις, να περιορίσει location access, tracking ή permissions συγκεκριμένων εφαρμογών. Στο αυτοκίνητο τα πράγματα είναι συχνά πολύ πιο αδιαφανή.
Η συλλογή δεδομένων μπορεί να είναι κατανεμημένη σε διαφορετικά συστήματα και ο οδηγός να μην γνωρίζει καν ποιο feature πρέπει να απενεργοποιήσει.
Αυτό δημιουργεί μια σημαντική ανισορροπία: οι κατασκευαστές έχουν τεράστια εικόνα της συμπεριφοράς του οδηγού, ενώ ο ίδιος δεν έχει αντίστοιχα καθαρή εικόνα για το τι καταγράφεται.
Οι νομοθέτες αρχίζουν να αντιδρούν
Στις ΗΠΑ έχει ήδη ξεκινήσει συζήτηση για νέες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μία από τις προτάσεις είναι το DRIVER Act, το οποίο βασίζεται στην αρχή ότι αν κάποιος έχει το όχημα, θα πρέπει να έχει και μεγαλύτερο έλεγχο στα δεδομένα που αυτό δημιουργεί.
Οι privacy advocates όμως επισημαίνουν ότι το δικαίωμα πρόσβασης ή διαγραφής δεν λύνει το βασικό πρόβλημα. Αν η αυτοκινητοβιομηχανία μπορεί πρώτα να συλλέγει τεράστιες ποσότητες δεδομένων και ο καταναλωτής πρέπει μετά να ανακαλύψει τι έχει συγκεντρωθεί και να ζητήσει διαγραφή, το βάρος παραμένει στον ίδιο.

Η πιο αυστηρή προσέγγιση θα ήταν το data minimization: να συλλέγονται εξαρχής μόνο όσα στοιχεία είναι πραγματικά απαραίτητα.
Η αξία των δεδομένων
Το πρόβλημα είναι ότι οι αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν ισχυρό οικονομικό κίνητρο να συνεχίσουν. Τα connected vehicles δεν είναι πλέον απλώς προϊόντα που πωλούνται μία φορά.
Μπορούν να δημιουργούν συνεχή έσοδα μέσω subscriptions, software features, advertising και data monetization. Όσο μεγαλύτερη αξία αποκτά το behavioral data, τόσο δυσκολότερο γίνεται να περιμένει κανείς ότι οι εταιρείες θα περιορίσουν μόνες τους τη συλλογή.
Τι μπορούν να κάνουν οι οδηγοί
Για τον καταναλωτή, η car data privacy απαιτεί πλέον την ίδια προσοχή που δίνουμε σε smartphone ή social media account. Οι περισσότεροι κατασκευαστές διαθέτουν privacy portals όπου μπορεί κάποιος να ζητήσει πρόσβαση στα δεδομένα του, να περιορίσει sharing ή να απενεργοποιήσει συγκεκριμένες connected λειτουργίες.
Αξίζει επίσης να ελέγχονται οι ρυθμίσεις των companion apps και υπηρεσίες όπως location history, driving analytics και personalized services. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, δεν μπορεί να λυθεί μόνο από τον οδηγό.
Όσο τα αυτοκίνητα μετατρέπονται σε computers με ρόδες, η ερώτηση δεν είναι πλέον μόνο πόσα δεδομένα μπορούν να συλλέξουν.
Είναι αν θα πρέπει να επιτρέπεται να τα εμπορεύονται χωρίς ο ιδιοκτήτης να καταλαβαίνει πραγματικά τι έχει συμφωνήσει.

