Η JBL παρουσίασε τη σειρά Cove, τρία ηχεία Wi-Fi σχεδιασμένα για ήχο σε ολόκληρο το σπίτι, κίνηση που σηματοδοτεί σαφή στροφή για μια εταιρεία που μέχρι σήμερα εξειδικευόταν κυρίως σε φορητά ηχεία Bluetooth και σε συσκευές για πάρτι.
Η βασική λογική είναι η εύκολη σύζευξη των ηχείων μεταξύ τους, ώστε η μουσική να ακούγεται σε κάθε δωμάτιο, μέσω δικτύου Wi-Fi και της εφαρμογής JBL One. Η εταιρεία υπόσχεται αδιάλειπτη ακρόαση σε όλο το σπίτι, χωρίς διακοπές και χωρίς να απαιτείται αποσύνδεση συσκευών ή επαναφορά ρυθμίσεων κάθε φορά που ο χρήστης αλλάζει χώρο.
Σύνδεση με τα soundbars της εταιρείας
Ιδιαίτερα χρήσιμη είναι η ενσωμάτωση με τα soundbars της σειράς Bar MK2. Τα νέα ηχεία μπορούν να προστεθούν ως πίσω ηχεία, δημιουργώντας με απλό τρόπο μια ολοκληρωμένη διάταξη οικιακού κινηματογράφου.
Πρόκειται για πρακτικό πλεονέκτημα, καθώς επιτρέπει στον χρήστη να ξεκινήσει με ένα soundbar και να επεκταθεί σταδιακά σε πλήρες σύστημα surround, χωρίς να χρειάζεται να αγοράσει εξαρχής ολόκληρο πακέτο.

Τα τρία μοντέλα της σειράς
Το Cove M1 αποτελεί το βασικό μοντέλο, σχεδιασμένο για την καθημερινή ακρόαση. Διαθέτει τρία tweeters και ένα woofer, καθώς και τεχνολογία AI sound boost για βελτιστοποίηση της ηχητικής απόδοσης. Η τιμή του διαμορφώνεται στα 230 δολάρια.
Το Cove P1 είναι η φορητή πρόταση της σειράς, με ενσωματωμένη μπαταρία που επιτρέπει τη μετακίνησή του σε οποιονδήποτε χώρο του σπιτιού. Η αυτονομία φτάνει τις 14 ώρες ανά φόρτιση, ενώ υποστηρίζεται και Dolby Atmos. Κοστίζει 400 δολάρια.
Στην κορυφή της γκάμας τοποθετείται το Cove X1, το μεγαλύτερο και πιο εξοπλισμένο μοντέλο, με τέσσερα tweeters και δύο woofers. Υποστηρίζει επίσης Dolby Atmos, με στόχο ήχο που γεμίζει ολόκληρο τον χώρο, και διατίθεται στα 450 δολάρια.

Ένα σύστημα που χτίζεται σταδιακά
Και τα τρία μοντέλα θα είναι διαθέσιμα σε λευκό και μαύρο χρώμα από τις 13 Σεπτεμβρίου. Το σημαντικότερο στοιχείο της προσέγγισης είναι ο αρθρωτός της χαρακτήρας: ο χρήστης μπορεί να αγοράσει ηχεία σταδιακά, ανάλογα με τις ανάγκες του, προσθέτοντάς τα στην υπάρχουσα διάταξη.

Η κίνηση αυτή τοποθετεί την εταιρεία σε ευθεία σύγκρουση με καθιερωμένα ονόματα του χώρου, σε μια κατηγορία όπου η φήμη και η ομαλή λειτουργία του λογισμικού μετρούν εξίσου με την ποιότητα του ήχου. Το ισχυρό της χαρτί είναι η αναγνωρισιμότητα του brand και η ήδη μεγάλη βάση κατόχων soundbars – η επιτυχία ωστόσο θα κριθεί από το πόσο αξιόπιστα λειτουργεί το σύστημα στην καθημερινή χρήση, εκεί όπου οι ανταγωνιστές έχουν χτίσει το πλεονέκτημά τους έπειτα από χρόνια βελτιώσεων.

