Η τεχνολογία RGB LED αποτελεί αναμφίβολα τη μεγαλύτερη, νεότερη τάση στη φετινή αγορά των τηλεοράσεων υψηλών προδιαγραφών, ωστόσο μια πρόσφατη, άκρως ενδιαφέρουσα τεχνολογική επίδειξη έρχεται να αμφισβητήσει ανοιχτά την κυριαρχία της απέναντι στις οθόνες που χρησιμοποιούν τα καθιερωμένα quantum dots.
Κατά τη διάρκεια του περίφημου συνεδρίου Display Week, της ετήσιας business-to-business διοργάνωσης που εστιάζει αποκλειστικά στις καινοτομίες των οθονών όλων των τύπων και διεξάγεται παραδοσιακά στο συνεδριακό κέντρο του Λος Άντζελες (Los Angeles Convention Center), οι επαγγελματίες και οι ειδικοί του κλάδου είχαν τη μοναδική ευκαιρία να παρακολουθήσουν μια άκρως αποκαλυπτική, τεχνική αναμέτρηση.
Μέσα στην ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα συναντήσεων της εταιρείας Nanosys, η οποία εξειδικεύεται ιστορικά στην ανάπτυξη και κατασκευή τέτοιων προηγμένων υλικών απεικόνισης, τοποθετήθηκαν ακριβώς δίπλα-δίπλα δύο τεράστιες, εντυπωσιακές τηλεοράσεις των 85 ιντσών.
Ο πρωταρχικός στόχος αυτής της στρατηγικής τοποθέτησης ήταν απολύτως ξεκάθαρος σε όλους τους παρευρισκόμενους: να αναδείξει τα πλεονεκτήματα, αλλά κυρίως τα πιθανά, κρυφά μειονεκτήματα που κρύβει ο πολύπλοκος οπίσθιος φωτισμός της τεχνολογίας RGB LED όταν αυτός έρχεται σε απευθείας, σκληρή αντιπαράθεση με ένα προηγμένο mini-LED panel που εξοπλίζεται με τα ολοκαίνουργια super quantum dots (SQD).
Η αναμέτρηση των τεχνολογιών στην πράξη

Κατά τη διάρκεια αυτής της εξαιρετικά απαιτητικής, απευθείας σύγκρισης (side-by-side demo), οι δύο γιγαντιαίες οθόνες προέβαλαν ακριβώς το ίδιο, ειδικά επιλεγμένο οπτικό περιεχόμενο και μάλιστα σε απόλυτο, κλασματικό συγχρονισμό, προκειμένου η οπτική αξιολόγηση από τους δημοσιογράφους και τους μηχανικούς να είναι όσο το δυνατόν πιο εύκολη, αντικειμενική και απαλλαγμένη από τεχνητές παρεμβάσεις.
Η τηλεόραση που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά της εγκατάστασης διέθετε, όπως ήταν φυσικό, τα super quantum dots που έχει αναπτύξει, εξελίξει και κατασκευάσει στα εργαστήριά της η ίδια η Nanosys. Η συγκεκριμένη συσκευή έφερε ξεκάθαρα την ονομασία TCL X11L, κάτι που επιβεβαιωνόταν εξαιρετικά εύκολα από το έμπειρο μάτι, χάρη στον χαρακτηριστικό σχεδιασμό της με τις κάθετες ρίγες στην κάτω, μεταλλική της γρίλια.
Από την άλλη πλευρά της εγκατάστασης, η δεύτερη συσκευή που βασιζόταν αποκλειστικά στην τεχνολογία RGB LED ήταν, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις και τις τεχνικές προδιαγραφές, κατά πάσα πιθανότητα το ολοκαίνουργιο μοντέλο TCL RM9L.
Αν και η κατασκευάστρια εταιρεία των quantum dots απέφυγε ευγενικά και απολύτως διπλωματικά να επιβεβαιώσει μπροστά στις κάμερες το ακριβές μοντέλο του ανταγωνιστή της, οι εξειδικευμένοι αναλυτές του χώρου, οι οποίοι έχουν εξετάσει και δει από πολύ κοντά αντίστοιχες, κορυφαίες υλοποιήσεις από άλλους τεχνολογικούς κολοσσούς της παγκόσμιας βιομηχανίας όπως είναι η Hisense, η Samsung, η LG και η περίφημη Sony, απέκλεισαν εντελώς κατηγορηματικά το ενδεχόμενο να πρόκειται για κάποια δική τους, υφιστάμενη εμπορική συσκευή.
Οι τεχνικές ρυθμίσεις και ο έλεγχος της εικόνας

Για να διασφαλιστεί στο έπακρο ότι η συγκεκριμένη, κρίσιμη σύγκριση ήταν απολύτως δίκαιη, αυστηρή και απόλυτα ισορροπημένη για αμφότερους τους “μονομάχους”, εφαρμόστηκαν συγκεκριμένες, εργαστηριακές τεχνικές ρυθμίσεις στα μενού των τηλεοράσεων. Όπως εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια στο κοινό ο Jeff Yurek, ο οποίος κατέχει την εξαιρετικά νευραλγική θέση του vice president of marketing στη Nanosys, και οι δύο εντυπωσιακές τηλεοράσεις είχαν ρυθμιστεί αυστηρά και χωρίς καμία απολύτως απόκλιση στο περίφημο Filmmaker Mode.
Η συγκεκριμένη, εξειδικευμένη λειτουργία απεικόνισης είναι προσεκτικά σχεδιασμένη από τη βιομηχανία του κινηματογράφου για να απενεργοποιεί μαζικά όλες τις τεχνητές παρεμβάσεις και τους αλγόριθμους βελτίωσης της κινούμενης εικόνας (όπως το motion smoothing), προσφέροντας το κινηματογραφικό περιεχόμενο στην οθόνη ακριβώς, ρεαλιστικά και πιστά όπως το οραματίστηκε αρχικά ο σκηνοθέτης στο στούντιο.
Παράλληλα με αυτή τη ρύθμιση, οι παράμετροι του χρώματος είχαν τεθεί στη φυσική, εργοστασιακή τους κατάσταση (native), μια απολύτως συνειδητή επιλογή που επιτρέπει και στα δύο μεγάλα panels να προσπαθήσουν να αγγίξουν και τελικά να αποδώσουν το μεγαλύτερο δυνατό χρωματικό εύρος (color gamut) που υποστηρίζουν θεωρητικά οι τεχνικές τους προδιαγραφές.
Σε αυτό ακριβώς το κρίσιμο σημείο της ανάλυσης, και προκειμένου να γίνει απολύτως κατανοητή η διαφορά στις επιδόσεις, αξίζει να υπενθυμίσουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στη βάση της η κάθε τεχνολογία. Οι παραδοσιακές συσκευές RGB LED χρησιμοποιούν μια εξαιρετικά πυκνή διάταξη από εκατοντάδες χιλιάδες κόκκινα, πράσινα και μπλε LEDs, τα οποία ομαδοποιούνται προσεκτικά σε συγκεκριμένες ζώνες (zones) ακριβώς πίσω από το κεντρικό panel της τηλεόρασης.
Αυτές οι εκατοντάδες ζώνες ελέγχου ενεργοποιούνται, χαμηλώνουν και απενεργοποιούνται δυναμικά από τον επεξεργαστή της τηλεόρασης για να δημιουργήσουν έναν πολύχρωμο οπίσθιο φωτισμό (backlight), ο οποίος καλείται να προσαρμόζεται συνεχώς, καρέ-καρέ, ανάλογα με τη φωτεινότητα, τις σκιές και τα χρώματα της εικόνας που προβάλλεται στην οθόνη. Αυτή η προσέγγιση, αν και θεωρητικά ακούγεται ως μια εξαιρετική, αλάνθαστη λύση για την απόδοση απόλυτα καθαρών, φωτεινών χρωμάτων, έδειξε τελικά τα σκληρά τεχνολογικά της όρια κατά τη διάρκεια της έκθεσης του συνεδρίου.
Ζητήματα απόδοσης και χρωματικές παρεμβολές
Τα τελικά αποτελέσματα της άμεσης οπτικής δοκιμής ήταν άκρως διαφωτιστικά και ταυτόχρονα προβληματιστικά για το άμεσο μέλλον της συγκεκριμένης βιομηχανίας. Η θηριώδης οθόνη που βασιζόταν αποκλειστικά στην τεχνολογία RGB LED παρουσίασε ορατά, ξεκάθαρα ζητήματα στην ομαλή διαχείριση της εικόνας, με πιο χαρακτηριστικό, ενοχλητικό και καταγεγραμμένο φαινόμενο το λεγόμενο color crosstalk.
Το συγκεκριμένο τεχνικό πρόβλημα εμφανίζεται στην οθόνη όταν το έντονο φως από τα μεμονωμένα κόκκινα, πράσινα ή μπλε LEDs μιας συγκεκριμένης, ενεργής ζώνης του οπίσθιου φωτισμού “διαρρέει” οπτικά και αναμειγνύεται εντελώς ανεξέλεγκτα με το φως των γειτονικών, ανενεργών ή διαφορετικά φωτισμένων ζωνών.
Το τελικό, οπτικό αποτέλεσμα για τον θεατή είναι η δημιουργία ενοχλητικών, ανεπιθύμητων χρωματικών σφαλμάτων σε ευαίσθητες περιοχές της εικόνας όπου θεωρητικά θα έπρεπε να υπάρχει απόλυτη, κρυστάλλινη καθαρότητα ή ένα βαθύ, κινηματογραφικό σκοτάδι.
Επιπλέον, πέραν των χρωματικών σφαλμάτων, παρατηρήθηκαν σημαντικά, μετρήσιμα προβλήματα στον κρίσιμο τομέα της αντίθεσης (contrast). Η αδυναμία του πολύπλοκου συστήματος οπίσθιου φωτισμού να ελέγξει με απόλυτη, μικροσκοπική ακρίβεια τη διάχυση του παραγόμενου φωτός, οδήγησε σε εμφανώς μειωμένη ευκρίνεια στις ιδιαίτερα σκοτεινές σκηνές και σε μια γενικότερη έλλειψη οπτικού βάθους, ειδικά όταν το panel καλούνταν να απεικονίσει μικρά, εξαιρετικά φωτεινά αντικείμενα (όπως για παράδειγμα τα αστέρια) πάνω σε ένα κατάμαυρο, νυχτερινό φόντο.
Αντίθετα με αυτή την εικόνα, η εξαιρετικά δουλεμένη υλοποίηση της τηλεόρασης με τα ολοκαίνουργια super quantum dots (SQD) απέδειξε χωρίς καμία αμφιβολία την τεχνολογική της ανωτερότητα.
Χρησιμοποιώντας έναν οπίσθιο φωτισμό που βασίζεται αυστηρά και αποκλειστικά σε μπλε LEDs για να διεγείρει με ακρίβεια τα προηγμένα νανοσωματίδια (τα quantum dots), η κορυφαία τηλεόραση της TCL κατάφερε με χαρακτηριστική άνεση να προσφέρει έναν εξαιρετικά ακριβή, ομοιόμορφο έλεγχο της τοπικής φωτεινότητας.
Η συγκεκριμένη, καθιερωμένη πλέον τεχνική, επιτρέπει τη δημιουργία ενός απείρως καθαρότερου λευκού φωτός και απίστευτα ζωντανών, τονικά ακριβών χρωμάτων, αποφεύγοντας εντελώς και δια παντός το ενοχλητικό color crosstalk που ταλαιπωρεί εμφανώς τις πιο συμβατικές ή πειραματικές διατάξεις της αγοράς.
Η αποκαλυπτική αυτή παρουσίαση στο Los Angeles Convention Center καθιστά απολύτως σαφές σε όλους τους εμπλεκόμενους ότι η ανελέητη μάχη για την κορυφαία ποιότητα εικόνας στα σαλόνια των καταναλωτών δεν έχει κριθεί ακόμη οριστικά.
Ενώ το επιθετικό τμήμα του marketing προωθεί με κάθε τρόπο τις νέες, εντυπωσιακές στα χαρτιά λύσεις, οι αδυσώπητες δοκιμές σε πραγματικές συνθήκες φωτισμού, με εξαιρετικά απαιτητικό οπτικό περιεχόμενο και με αυστηρά ουδέτερες ρυθμίσεις εικόνας, αποδεικνύουν συνεχώς ότι η τεχνολογική ωριμότητα των quantum dots συνεχίζει να θέτει τον πήχη της ποιότητας εξαιρετικά ψηλά, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια λάθους για όλο τον υπόλοιπο, φιλόδοξο ανταγωνισμό.

