Το πρώτο ηλεκτρικό Range Rover έφτασε επιτέλους, και το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του είναι ότι μοιάζει με… Range Rover. Σε μια εποχή όπου κάθε ηλεκτρικό μοντέλο επιχειρεί να αυτοπροσδιοριστεί μέσα από φουτουριστικές φόρμες, η βρετανική εταιρεία επέλεξε τη διαμετρικά αντίθετη διαδρομή.
Αντί για κάποιο αεροδυναμικό όχημα που θυμίζει διαστημόπλοιο, το νέο μοντέλο ακολουθεί σχεδιαστικά τη γκάμα των συμβατικών SUV της εταιρείας σχεδόν στη λεπτομέρεια. Η επιλογή αυτή δεν είναι συντηρητισμός αλλά αναγνώριση μιας απλής αλήθειας: η αναγνωρισιμότητα ενός σχεδίου που έχει χτιστεί σε βάθος δεκαετιών αποτελεί περιουσιακό στοιχείο, όχι εμπόδιο.
Κάτω από το αμάξωμα όμως αλλάζουν όλα

Η ομοιότητα σταματά στην επιφάνεια. Το όχημα κινείται από δύο ηλεκτρικούς κινητήρες μόνιμου μαγνήτη ισχύος 260kW έκαστος, τροφοδοτούμενους από μπαταρία ιόντων λιθίου 118,5 kWh σε διπλή διάταξη. Η εκτιμώμενη αυτονομία σε πραγματικές συνθήκες φτάνει περίπου τα 530 χιλιόμετρα.
Το σύστημα τετρακίνησης αποδίδει 542 ίππους και 850 Nm ροπής – μεγέθη που η ίδια η εταιρεία περιγράφει ως ισοδύναμα με εκείνα ενός κινητήρα V8. Η αρχιτεκτονική των 800 volt επιτρέπει ταχεία φόρτιση από 10% σε 80% μέσα σε μόλις 22 λεπτά, ή περίπου 220 χιλιόμετρα αυτονομίας σε δέκα λεπτά, εφόσον χρησιμοποιηθεί φορτιστής 350 kW.
Οι επιδόσεις που δεν κυνηγούν ρεκόρ

Η επιτάχυνση από στάση στα 100 χιλιόμετρα ολοκληρώνεται σε 4,3 δευτερόλεπτα. Ο χρόνος αυτός δεν πρόκειται να κερδίσει βραβεία, ιδίως απέναντι σε ηλεκτρικούς ανταγωνιστές που έχουν κάνει τις ακραίες επιδόσεις σημαία τους.

Το συγκεκριμένο μοντέλο ωστόσο δεν χρειάζεται να καταρρίψει ρεκόρ για να αφήσει το στίγμα του. Ο συνδυασμός οικείας σχεδίασης και απολύτως επαρκών προδιαγραφών το καθιστά ιδανική πρόταση για όσους αναζητούν μια δόση βρετανικής φινέτσας στην αναζήτησή τους για ηλεκτρικό όχημα – κοινό που έχει εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες από τους κυνηγούς επιδόσεων.
Η αναμονή που κράτησε υπερβολικά

Το μοναδικό πραγματικό παράπονο αφορά τον χρόνο. Η εταιρεία είχε ανακοινώσει ότι εργάζεται σε ηλεκτρικό μοντέλο πριν από περισσότερα από πέντε χρόνια, ενώ οι προπαραγγελίες άνοιξαν ήδη από το 2023 με την υπόσχεση ότι οι παραδόσεις θα ξεκινούσαν έναν χρόνο αργότερα.

Η καθυστέρηση αυτή δεν είναι μεμονωμένη στον κλάδο, κόστισε όμως στην εταιρεία σημαντικό χρονικό πλεονέκτημα σε μια αγορά που εξελίσσεται ραγδαία. Το ερώτημα που παραμένει είναι αν η ισχύς του ονόματος και η σχεδιαστική συνέχεια αρκούν για να αντισταθμίσουν τα χαμένα χρόνια – και η απάντηση πιθανότατα εξαρτάται περισσότερο από την πιστότητα των αγοραστών παρά από τα ίδια τα τεχνικά χαρακτηριστικά.

