Έντεκα χρόνια μετά, το The Witcher 3 επιστρέφει και σας δίνει λόγο να ξαναρχίσετε

Το The Witcher 3 κλείνει φέτος έντεκα χρόνια ζωής και η CD Projekt Red βρήκε τον τρόπο να το κρατήσει στο επίκεντρο για μία ακόμη φορά. Στο Gamescom Opening Night Live, το πολωνικό στούντιο αποκάλυψε το The Witcher 3: Wild Hunt – Remastered, μια εκτεταμένη δωρεάν αναβάθμιση που κυκλοφορεί στις 29 Σεπτεμβρίου, και αμέσως μετά έδειξε περισσότερα από το Songs of the Past, την πλήρη επέκταση του 2027 που θα οδηγήσει τον Geralt σε εντελώς νέα περιοχή, σε αυτό που η ίδια η εταιρεία περιγράφει πλέον ως την τελευταία του περιπέτεια.

Πολύ περισσότερα από ωραιότερα γραφικά

Τα remasters είναι πάντα υπόθεση αμφίβολης αξίας, όμως εδώ η προσέγγιση διαφέρει αισθητά. Η νέα έκδοση δεν περιορίζεται σε αναβαθμισμένη οπτική παρουσίαση: περιλαμβάνει βελτιωμένο σύστημα μάχης, καλύτερη κίνηση, αναθεωρημένη συμπεριφορά των τεράτων, επανασχεδιασμένο skill tree, transmog, νέα finishers και αρκετά ακόμη. Στο πακέτο περιλαμβάνονται επίσης τα δύο expansions που είχαν κυκλοφορήσει, Hearts of Stone και Blood and Wine.

Η ουσιαστικότερη είδηση για τους ήδη κατόχους είναι ότι η αναβάθμιση δίνεται εντελώς δωρεάν, με κυκλοφορίες που καλύπτουν PC, PS5, Xbox Series X/S και Switch 2. Η επιλογή αυτή έχει σημασία, καθώς το παιχνίδι επαινέθηκε ανέκαθεν για την αφήγησή του, ενώ το σύστημα μάχης θεωρούνταν το πιο αδύναμο σημείο του με σύγχρονα κριτήρια. Μια πραγματική μηχανική ανανέωση κάνει την επανάληψη της ιστορίας του Geralt σαφώς πιο ενδιαφέρουσα από ό,τι θα πετύχαινε μια απλή γραφική αναβάθμιση.

Έντεκα χρόνια μετά, το The Witcher 3 επιστρέφει και σας δίνει λόγο να ξαναρχίσετε

Ο τελευταίος προορισμός του Geralt

Το Songs of the Past μεταφέρει τον Geralt στη Letten, μια ειδυλλιακή νέα περιοχή που τυχαίνει να είναι και η πατρίδα του Dandelion. Όπως ήταν αναμενόμενο, η γαλήνια ύπαιθρος κρύβει κάτι πολύ πιο σκοτεινό από κάτω. Το στούντιο υπόσχεται εντελώς νέα περιοχή, αποστολές, χαρακτήρες και ιστορία, περιγράφοντας ρητά την επέκταση ως το τελευταίο κεφάλαιο του The Witcher 3.

Το trailer που προβλήθηκε στην Κολωνία δείχνει τον Geralt να επιστρέφει στο Μονοπάτι, ενώ η ανάπτυξη γίνεται από κοινού με τη Fool’s Theory, στούντιο που περιλαμβάνει βετεράνους οι οποίοι είχαν εργαστεί στο αρχικό παιχνίδι και αναπτύσσει παράλληλα το remake του πρώτου τίτλου της σειράς.

Επέκταση, όχι DLC

Η εταιρεία στέκεται με ασυνήθιστη επιμονή στην ορολογία, αρνούμενη να χαρακτηρίσει το Songs of the Past ως DLC. Σύμφωνα με τους δημιουργούς, ο όρος DLC αναφέρεται στα μικρότερα πακέτα περιεχομένου που το στούντιο παραδοσιακά προσφέρει δωρεάν, ενώ ο όρος expansion περιγράφει μεγάλες προσθήκες με νέες ιστορίες, χαρακτήρες και πολλές ώρες gameplay. Η διάκριση αυτή δεν είναι απλώς σημασιολογική – υποδηλώνει ότι πρόκειται για περιεχόμενο συγκρίσιμο σε έκταση με το Blood and Wine, το οποίο πολλοί θεωρούν από τις καλύτερες επεκτάσεις που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ.

Το Songs of the Past φτάνει το 2027, με τα διαθέσιμα στοιχεία να αναφέρουν PC, PS5, Xbox Series X/S και Switch 2. Η τιμή δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί.

Έντεκα χρόνια μετά, το The Witcher 3 επιστρέφει και σας δίνει λόγο να ξαναρχίσετε

Γιατί η στρατηγική βγάζει νόημα

Η κίνηση αυτή δεν είναι τυχαία από πλευράς χρονισμού. Με το The Witcher 4 να στοχεύει πλέον στο 2028 και τη Ciri να αναλαμβάνει τον ρόλο της πρωταγωνίστριας, η CD Projekt Red χρειάζεται τρόπο να κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον για το σύμπαν της σειράς κατά τη διάρκεια μιας εξαιρετικά μεγάλης αναμονής. Ένα δωρεάν remaster που φέρνει πίσω παλιούς παίκτες και μια πλήρης επέκταση που κλείνει οριστικά την ιστορία του Geralt λειτουργούν ακριβώς ως γέφυρα προς την επόμενη γενιά της σειράς.

Έντεκα χρόνια μετά, το The Witcher 3 επιστρέφει και σας δίνει λόγο να ξαναρχίσετε

Παράλληλα, η στρατηγική αυτή ενισχύει τη σχέση της εταιρείας με το κοινό της σε μια περίοδο όπου οι πληρωμένες αναβαθμίσεις έχουν γίνει κανόνας στη βιομηχανία. Το γεγονός ότι έντεκα χρόνια μετά την αρχική κυκλοφορία ένας τίτλος καταφέρνει να κλέψει ξανά την παράσταση σε μια βραδιά γεμάτη νέες ανακοινώσεις λέει αρκετά – τόσο για την ποιότητα του ίδιου του παιχνιδιού όσο και για το πόσο καλά η εταιρεία διαχειρίζεται τη μεγαλύτερη περιουσία της.