Η πλατφόρμα Noise επιχειρεί να μετατρέψει καθημερινούς χρήστες σε αμειβόμενους δημιουργούς περιεχομένου, ανεξάρτητα από το πόσους ακολούθους διαθέτουν. Η εταιρεία ανακοίνωσε την Τετάρτη χρηματοδότηση 5,5 εκατομμυρίων δολαρίων, ανεβάζοντας τη συνολική άντληση κεφαλαίων στα 7,2 εκατομμύρια.
Η λογική του μοντέλου ανατρέπει τη συμβατική διαφημιστική πρακτική. Οι μάρκες καταχωρούν το σχετικό brief και τον προϋπολογισμό τους, ενώ οι χρήστες που κατεβάζουν την εφαρμογή επιλέγουν σε ποιες καμπάνιες θα συμμετάσχουν, δημοσιεύοντας περιεχόμενο σε TikTok, Instagram, Facebook ή YouTube. Η αμοιβή δεν είναι σταθερή αλλά υπολογίζεται ανά προβολή.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα

Η αφετηρία της εταιρείας βρίσκεται σε προηγούμενο εγχείρημα των ιδρυτών της. Έχοντας αναπτύξει επί δύο χρόνια μια εφαρμογή παιχνιδιού για κινητά, αναζητούσαν τρόπους προώθησης με περιορισμένο προϋπολογισμό.
Η λύση που βρήκαν ήταν να στρατολογήσουν τους ίδιους τους παίκτες τους και να τους διδάξουν πώς να δημιουργούν περιεχόμενο. Ξεκίνησαν με πέντε άτομα, έφτασαν στα δέκα, στα εικοσιπέντε και τελικά στα εκατό – με τις εγκαταστάσεις της εφαρμογής να εκτοξεύονται καθώς ένας μικρός στρατός χρηστών δημοσίευε καθημερινά περιεχόμενο. Το κρίσιμο στοιχείο, όπως αναφέρει ο διευθύνων σύμβουλος, ήταν το κόστος: η προσέγγιση καθιερωμένων δημιουργών με μεγάλο κοινό θα ήταν απαγορευτική για τον προϋπολογισμό μιας νεοφυούς επιχείρησης.
Τα μεγέθη της πλατφόρμας

Η εταιρεία, η οποία ιδρύθηκε το 2025, αριθμεί σήμερα 1,5 εκατομμύριο εγγεγραμμένους δημιουργούς. Σύμφωνα με τον επικεφαλής της, οι κορυφαίοι από αυτούς κερδίζουν πάνω από έξι ψηφία ετησίως, ενώ η πλατφόρμα παρακρατεί προμήθεια από όσα καταβάλλουν οι μάρκες μόλις επιτευχθούν οι προβολές.
Το προφίλ των πελατών είναι επίσης ενδεικτικό. Πρόκειται κυρίως για εφαρμογές κινητών με περιορισμένους προϋπολογισμούς, οι οποίες αναζητούν ευρεία απήχηση χωρίς το κόστος συμβατικών καμπανιών. Ορισμένες, σύμφωνα με την εταιρεία, συνεργάζονται ταυτόχρονα με αρκετές χιλιάδες δημιουργούς.
Το σύστημα εκπαίδευσης και βαθμίδων
Ο νέος χρήστης παρακολουθεί αρχικά εκπαιδευτικές ενότητες που τον διδάσκουν πώς να παράγει περιεχόμενο για μάρκες. Στα πρώτα του βήματα έχει πρόσβαση μόνο σε συγκεκριμένες καμπάνιες, ενώ όσο ολοκληρώνει περισσότερη εκπαίδευση και επιλέγεται για περισσότερες συνεργασίες, ανοίγουν καλύτερα αμειβόμενες ευκαιρίες.
Πρόσφατα προστέθηκε και δυνατότητα μετατροπής του οργανικού περιεχομένου σε πληρωμένη διαφήμιση. Οι μάρκες μπορούν πλέον να λαμβάνουν τα βίντεο που παράγουν οι δημιουργοί και να τα προωθούν ως διαφημίσεις σε Meta και TikTok, παράλληλα με τις αναρτήσεις των ίδιων των δημιουργών.
Η κριτική που δικαιολογείται
Εδώ χρειάζεται μια ειλικρινής παρατήρηση. Το ερώτημα αν το μοντέλο οδηγεί σε χαμηλότερες αμοιβές από όσες θα εξασφάλιζε ένας δημιουργός σε απευθείας συνεργασία με μάρκα έχει ήδη τεθεί στην εταιρεία.
Η απάντηση που δόθηκε είναι ότι οι μάρκες ορίζουν τις τιμές τους και ο δημιουργός αποφασίζει αν θα τις δεχθεί. Η απάντηση αυτή είναι τεχνικά ακριβής, παρακάμπτει ωστόσο το ουσιαστικό ζήτημα: όταν εκατομμύρια χρήστες ανταγωνίζονται για τις ίδιες καμπάνιες, η διαπραγματευτική ισχύς του καθενός τείνει στο μηδέν. Η αμοιβή ανά προβολή μεταθέτει επίσης ολόκληρο το ρίσκο στον δημιουργό – αν το βίντεο δεν αποδώσει, η εργασία παραμένει απλήρωτη.
Τι σημαίνει για την ελληνική αγορά
Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στην αμερικανική αγορά. Το 57% των νέων και πάνω από το 40% των ενηλίκων δηλώνουν ενδιαφέρον να συμμετάσχουν στην οικονομία των δημιουργών – ποσοστά που δεν διαφέρουν δραματικά και στην Ευρώπη.
Για τον Έλληνα χρήστη που θα εξέταζε παρόμοια πλατφόρμα, δύο ζητήματα απαιτούν προσοχή. Πρώτον, η φορολογική μεταχείριση: κάθε αμοιβή από τέτοια δραστηριότητα αποτελεί εισόδημα και δηλώνεται, ανεξάρτητα από το ύψος της. Δεύτερον, η υποχρέωση σήμανσης: η ευρωπαϊκή νομοθεσία απαιτεί σαφή δήλωση ότι μια ανάρτηση αποτελεί πληρωμένη συνεργασία – υποχρέωση που βαραίνει τον ίδιο τον δημιουργό και όχι την πλατφόρμα.

