Πρόστιμο μαμούθ 25 δισ. δολαρίων στην Meta για το σκάνδαλο Cambridge Analytica

Η Meta βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές κυρώσεις που έχουν επιβληθεί ποτέ σε τεχνολογική εταιρεία στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς δικαστήριο στο Νέο Μεξικό διέταξε την καταβολή 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων για παραβιάσεις της νομοθεσίας περί προστασίας των καταναλωτών.

Η απόφαση συνδέεται με το σκάνδαλο Cambridge Analytica και τις παραπλανητικές διαβεβαιώσεις που, σύμφωνα με το δικαστήριο, είχε δώσει το Facebook σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων των χρηστών του.

Η δικαστική απόφαση εκδόθηκε στις 21 Οκτωβρίου 2026, έπειτα από ετυμηγορία ενόρκων που διαπίστωσαν περισσότερες από 43 εκατομμύρια παραβάσεις της νομοθεσίας του Νέου Μεξικού. Το συνολικό θεωρητικό ύψος των κυρώσεων ξεπερνούσε τα 219 δισεκατομμύρια δολάρια, ωστόσο ο δικαστής περιόρισε το τελικό ποσό στα 25 δισεκατομμύρια. Η Meta αμφισβητεί την απόφαση και έχει ανακοινώσει ότι θα ασκήσει έφεση.

Πώς προέκυψε το πρόστιμο των 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων

Mark Zuckerberg: Γιατί η Meta δεν θέλει κοινό «φρένο» στην ανάπτυξη της AI
photo by Meta

Η υπόθεση εξετάστηκε από το Πρωτοδικείο της κομητείας Santa Fe, υπό τον δικαστή Francis Mathew, μετά την αγωγή που είχε καταθέσει η πολιτεία του Νέου Μεξικού το 2021.

Στις 25 Σεπτεμβρίου 2026, σώμα ενόρκων έκρινε ότι η Meta είχε διαπράξει συνολικά 43.899.725 παραβάσεις του Unfair Practices Act, της νομοθεσίας που απαγορεύει αθέμιτες και παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές.

Στο επίκεντρο βρέθηκαν 26 δημόσιες δηλώσεις της εταιρείας και στελεχών της, οι οποίες κρίθηκαν παραπλανητικές. Οι δηλώσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν σε διάστημα μεγαλύτερο των έντεκα ετών, από το 2010 έως το 2021.

Η νομοθεσία επιτρέπει την επιβολή προστίμου έως 5.000 δολαρίων για κάθε εκ προθέσεως παράβαση. Με βάση αυτό το ανώτατο ποσό, οι συνολικές κυρώσεις θα μπορούσαν να φτάσουν περίπου τα 219,5 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ο δικαστής έκρινε ότι η σοβαρότητα και η συστηματική φύση των παραβάσεων δικαιολογούσαν την ανώτατη ποινή ανά παράβαση, περιορίζοντας ωστόσο το συνολικό ποσό στα 25 δισεκατομμύρια.

Το σκάνδαλο Cambridge Analytica επιστρέφει

Η δικαστική υπόθεση έχει τις ρίζες της στο σκάνδαλο Cambridge Analytica, το οποίο αποκαλύφθηκε το 2018 και προκάλεσε διεθνή συζήτηση για τη διαχείριση προσωπικών δεδομένων από το Facebook.

Η βρετανική εταιρεία πολιτικών συμβούλων απέκτησε δεδομένα που συνδέονταν με έως και 87 εκατομμύρια χρήστες του Facebook, μέσω εφαρμογής τρίτου μέρους, χωρίς την κατάλληλη συναίνεσή τους.

Τα δεδομένα συνδέθηκαν με πρακτικές πολιτικής στόχευσης και διαφημιστικής επικοινωνίας κατά την προεκλογική εκστρατεία των ΗΠΑ το 2016.

Η αγωγή του Νέου Μεξικού δεν περιορίστηκε στην αρχική υπόθεση υποκλοπής δεδομένων. Εξέτασε ευρύτερα τον τρόπο με τον οποίο η Meta ενημέρωνε τους χρήστες για την πρόσβαση τρίτων στις πληροφορίες τους και για την πραγματική αποτελεσματικότητα των μηχανισμών προστασίας της.

Παραπλανητικές δηλώσεις για προσωπικά δεδομένα και περιεχόμενο

Η Meta αναπτύσσει την εφαρμογή Arena για αγορές προβλέψεων
photo by AI

Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, η Meta παρουσίαζε στους χρήστες μια εικόνα ελέγχου των προσωπικών τους δεδομένων που δεν ανταποκρινόταν πλήρως στον τρόπο λειτουργίας της πλατφόρμας.

Η απόφαση εξετάζει τόσο τη δυνατότητα εφαρμογών τρίτων να αποκτούν πρόσβαση σε πληροφορίες όσο και τις διαβεβαιώσεις του Facebook σχετικά με την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και της ρητορικής μίσους.

Το δικαστήριο έκρινε ότι οι παραπλανητικές πρακτικές είχαν επαναλαμβανόμενο και συστηματικό χαρακτήρα, ενώ αξιολόγησε και τον ρόλο ανώτερων στελεχών της εταιρείας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι οι σχεδόν 44 εκατομμύρια παραβάσεις δεν αντιστοιχούν σε ισάριθμους διαφορετικούς χρήστες που αποδεδειγμένα υπέστησαν οικονομική ζημιά. Ο αριθμός προέκυψε από τον υπολογισμό του κοινού στο οποίο απευθυνόταν καθεμία από τις παράνομες δηλώσεις.

Η Meta αμφισβητεί την απόφαση και προσφεύγει στη Δικαιοσύνη

Η Meta απορρίπτει το σκεπτικό της απόφασης και θεωρεί το ύψος της κύρωσης δυσανάλογο.

Ο επικεφαλής νομικών υποθέσεων της εταιρείας, C.J. Mahoney, υποστήριξε ότι η προσέγγιση των αρχών του Νέου Μεξικού δημιουργεί εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες για την επιχειρηματική δραστηριότητα στην πολιτεία.

Η εταιρεία υποστηρίζει επίσης ότι η υπόθεση επιχειρεί να επιβάλει οικονομικές κυρώσεις σε ζητήματα που συνδέονται με την ελευθερία της έκφρασης στο διαδίκτυο.

Η Meta έχει δηλώσει ότι αναμένει να δικαιωθεί στην κατ’ έφεση διαδικασία. Συνεπώς, η επιβολή της κύρωσης δεν σημαίνει ότι το ποσό έχει ήδη καταβληθεί ή ότι η δικαστική διαμάχη έχει ολοκληρωθεί.

Η απόφαση προβλέπει μάλιστα ετήσιο τόκο 15% επί της οφειλής μέχρι την εξόφλησή της, στοιχείο που αυξάνει περαιτέρω τη δυνητική οικονομική επιβάρυνση, ανάλογα με την εξέλιξη των ένδικων μέσων.

Μια απόφαση με ευρύτερη σημασία για τις Big Tech

Η νέα δικαστική εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Meta αντιμετωπίζει αυξανόμενη νομική πίεση στις Ηνωμένες Πολιτείες για την προστασία δεδομένων και την ασφάλεια των χρηστών των υπηρεσιών της.

Το 2019, η εταιρεία είχε συμφωνήσει να καταβάλει πρόστιμο 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου των ΗΠΑ για παραβιάσεις της ιδιωτικότητας.

Παράλληλα, το 2026 αντιμετώπισε ξεχωριστές αποφάσεις στο Νέο Μεξικό για ζητήματα ασφάλειας ανηλίκων, με οικονομικές κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα συνολικού ύψους 942 εκατομμυρίων δολαρίων.

Η νέα απόφαση αναδεικνύει τη δυνατότητα των αμερικανικών πολιτειών να επιβάλλουν εξαιρετικά υψηλές οικονομικές κυρώσεις στις τεχνολογικές εταιρείες, ακόμη και σε υποθέσεις που ξεκίνησαν πριν από αρκετά χρόνια.

Το ουσιαστικότερο διακύβευμα αφορά πλέον την αξιοπιστία των δημόσιων δεσμεύσεων των ψηφιακών πλατφορμών. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν κρίνεται μόνο από τις πολιτικές απορρήτου που δημοσιεύουν οι εταιρείες, αλλά και από το κατά πόσο οι πραγματικές πρακτικές τους ανταποκρίνονται σε όσα υπόσχονται στους χρήστες.

Για τη Meta, η εκδίκαση της έφεσης θα καθορίσει όχι μόνο το τελικό οικονομικό βάρος της υπόθεσης, αλλά και τη νομική σημασία μιας απόφασης που ήδη συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες κυρώσεις στην ιστορία της αμερικανικής τεχνολογικής βιομηχανίας.